🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πυξίον
πυξίον
το 1)
палитра
(художника);
2) церк.
дароносица
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
палитра
? —
πυξίον
как на
(ново)греческом
будет слово
дароносица
? —
πυξίον
как с
(ново)греческого
переводится слово
πυξίον
? — палитра, дароносица
#
(ново)греческий словарь
—
νουνέχεια
—
μέτζο
—
σακχαροποιω
—
αντί
—
τραυματιοφόρος
—
ειδωλολατρικός
—
αρίθμηση
—
καστανέα
—
αποκρισιάρης
—
φυτογραφία
—
ξεδιαλύνω
—
αδιαμέτρητος
—
λαγκαδιά
—
αδιαμόρφωτος
—
κερδισμένος
—
καστροφύλακας
—
κοινοτοπικός
—
ζωντόβολο
—
πάραυτα
—
κανναβίσιος
—
μαγγάνιο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω