🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φετιχιστικός
φετιχιστικός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
φετιχιστικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μοναρχικός
—
χοντρούλης
—
γονόκοκκος
—
αγκύλωση
—
παραόξω
—
κριτικά
—
ψαλιδόγλωσσος
—
ανακτοβούλιο
—
σταυροπηγιακός
—
νηματοειδής
—
ἀναστέκομαι
—
κεραμιδοκόμματο
—
φαρμακοληψία
—
ανσχαίνω
—
αντρογυνοχωρίστρια
—
ξελέπισμα
—
δισχιδής
—
σμυριδόχαρτο
—
γραβιά
—
αλιαετός
—
ανθοφορία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω