🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγιογραφία
αγιογραφία
η 1)
иконопись
;
2)
икона
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
иконопись
? —
αγιογραφία
как на
(ново)греческом
будет слово
икона
? —
αγιογραφία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγιογραφία
? — иконопись, икона
#
(ново)греческий словарь
—
καράφα
—
αερολογώ
—
εμπύρευση
—
έλιγμα
—
εναντιοφανής
—
ανυπονόητος
—
φαρμακοθήκη
—
στόχος
—
δίσημος
—
καρυάτιδα
—
συναλλάσσω
—
φαιδρότητα
—
μποκαδούρα
—
προεκλέγω
—
αλατοστάθμιον
—
ρολογάς
—
νύχτα
—
ιμαντοκίνητος
—
τσομπανόπουλο
—
κουρτινόξυλο
—
σαΐνης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω