🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναλώνω
αναλώνω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναλώνω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
διαστικός
—
χορτοφαγία
—
σωρός
—
απών
—
επιμελητής
—
πιλοτιέρα
—
Λερναίος
—
πέμπω
—
σπερδουκλιά
—
οδηγισμός
—
Αθήνα
—
μικροϊδιοκτήτης
—
σκεπτικός
—
ραφίς
—
εξαερωτικός
—
προσωπικός
—
διολισθαίνω
—
υποδένομαι
—
δρυμοβάτις
—
επανορθώτρια
—
γκελεμπία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω