🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αυτοκρατόρισσα
αυτοκρατόρισσα
η 1)
самодержица
;
2)
императрица
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
самодержица
? —
αυτοκρατόρισσα
как на
(ново)греческом
будет слово
императрица
? —
αυτοκρατόρισσα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αυτοκρατόρισσα
? — самодержица, императрица
#
(ново)греческий словарь
—
ποίκιλμα
—
ταμπάκικο
—
μανόμετρο
—
σαρκίο
—
γλειφτοπινάκας
—
ηθικός
—
αιμοπτυσία
—
αλλοτριογομία
—
υπενθύμιση
—
τσατάλι
—
παθογνωμονικός
—
θειαφότοπος
—
εκλεξιμότητα
—
τηράζω
—
φάρα
—
διάλεγμα
—
ρινικός
—
αναδημοσίευση
—
ανηβος
—
κοσμοσωτήρας
—
αυγότσουφλο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω