🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διασταυρώνω
διασταυρώνω
скрещивать, перекрещивать
;
~ώνουμε τά ξίφη — скрещивать мечи (шпаги)
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
скрещивать
? —
διασταυρώνω
как на
(ново)греческом
будет слово
перекрещивать
? —
διασταυρώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διασταυρώνω
? — скрещивать, перекрещивать
#
(ново)греческий словарь
—
λούμπουνας
—
πτωχοκομείο
—
άθεος
—
σκορποχέρης
—
μηλοβολώ
—
βία
—
ηδύς
—
βεγονία
—
πικραμυγδαλόλαδο
—
μεθοδισμός
—
πυριτόλιθος
—
διάπυρος
—
αλογάς
—
αναριθμητισμός
—
ατσίδα
—
λιθοπελεκητής
—
ανωνυμογραφία
—
δημητριάτικο
—
ευμορφία
—
τριγωνικός
—
διακυμαίνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω