🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρωτόπαπας
πρωτόπαπας
ο церк.
протоиерей
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
протоиерей
? —
πρωτόπαπας
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωτόπαπας
? — протоиерей
#
(ново)греческий словарь
—
παρετυμολογία
—
λιμώττω
—
γαϊδουροπείνα
—
γρατσουνώ
—
υπερδομή
—
νήχομαι
—
τριμερώς
—
γονή
—
αντιεκρηκτικός
—
στενοθώρακας
—
απαράβατος
—
ηφαίστειος
—
συμβιβαστικός
—
σερέτικος
—
διαμετρητικός
—
καούνι
—
εξαποστολή
—
μηριαίος
—
σπιθοβολώ
—
ελαφρούτσικος
—
ιδιοποιούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω