🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εναγκάλισμα
εναγκάλισμα
το
объятие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
объятие
? —
εναγκάλισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
εναγκάλισμα
? — объятие
#
(ново)греческий словарь
—
δυναμικά
—
παλαιά
—
ασπάραγος
—
χωρίον
—
ισχυρογνώμονας
—
χιονίστρα
—
φιλοτελιστής
—
βραγιά
—
ετερόκλητος
—
βενζόλη
—
εκδόριον
—
βέρτζινος
—
προοιμιάζομαι
—
μετροφωτογραφία
—
εξαιρέτως
—
κόλαφος
—
μάππα
—
πεντακόσια
—
μυσταγωγία
—
ζουρλομανδύας
—
λαπαροσκόπηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω