🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φωτερό
φωτερό
το 1)
слуховое окно
;
2) :
τά ~ά — прост. гляделки, фары
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
слуховое окно
? —
φωτερό
как с
(ново)греческого
переводится слово
φωτερό
? — слуховое окно
#
(ново)греческий словарь
—
ενενηκοντούτης
—
μέγγλα
—
Σκανδιναυός
—
ζωογονώ
—
άγγιγμα
—
νταλόδαρμα
—
αναθεμελιωτικάς
—
μετριοπάθεια
—
κολαφίζω
—
μί
—
Ουκρανή
—
ίβις
—
αυτοκολασμός
—
πτωχαλαζόνας
—
διαθρύπτομαι
—
κότσος
—
αποχαιρετιέμαι
—
κοινό
—
ξεμανίκωτος
—
ευκρίνεια
—
ντέρτικος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω