🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πατερημά
πατερημά
τα
молитва
;
λέω или κάνω τήν ~ μου — молиться
;
===
νηστεία καί ~ — [phrase]жизнь полна лишений[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
молитва
? —
πατερημά
как с
(ново)греческого
переводится слово
πατερημά
? — молитва
#
(ново)греческий словарь
—
διαμαρτυρία
—
πολύαθλον
—
γαλβανοσκόπιο
—
κουνουπιδόσουπα
—
έξυσα
—
συγκολλητήρας
—
αποπιάνω
—
αδελφομοιρασιά
—
παρατροπή
—
εναλλασσόμενος
—
υδραργυρίαση
—
ανάργια
—
ποταμόψαρο
—
ψιακώνω
—
ανέμποδος
—
διαλυτός
—
έτεκον
—
υπόδηση
—
αιμοποσία
—
γαργιάρης
—
σπερματογόνος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω