🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συμπαραβάλλω
συμπαραβάλλω
(αόρ. συμπαρέβαλα)
сопоставлять, сравнивать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сопоставлять
? —
συμπαραβάλλω
как на
(ново)греческом
будет слово
сравнивать
? —
συμπαραβάλλω
как с
(ново)греческого
переводится слово
συμπαραβάλλω
? — сопоставлять, сравнивать
#
(ново)греческий словарь
—
σπανάκι
—
αντιζυγιάζω
—
σύστρεμμα
—
συνασπισμός
—
κρέξ
—
στάγμα
—
δόχτορας
—
τετοιώνω
—
στρατηγικά
—
ζηλεύω
—
ανυδριά
—
ρητινώνω
—
κοσμοαντίληψη
—
δεντρόφυτος
—
δωρητός
—
αναδιοργανώνω
—
βράδυνση
—
πλάτυνση
—
αφούρκιστος
—
φθοροποιός
—
ρητινόπισσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω