🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μισοτελειωμένος
μισοτελειωμέν|ος
незаконченный, сделанный наполовину
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
незаконченный
? —
μισοτελειωμένος
как на
(ново)греческом
будет слово
сделанный наполовину
? —
μισοτελειωμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μισοτελειωμένος
? — незаконченный, сделанный наполовину
#
(ново)греческий словарь
—
ετυμολόγος
—
αχνάρι
—
ποδοκυλώ
—
διαίσθηση
—
αποδεικνύομαι
—
κόσκινο
—
άφαντος
—
φραχτικά
—
θσλοσσόνερο
—
ελάχιστα
—
χαραξιά
—
αλείαντος
—
προεμπειρικός
—
ομοθυμαδόν
—
κρύος
—
φτωχαίνω
—
πλευστός
—
ευέξαπτος
—
στραπατσάρισμα
—
επίξεση
—
βαθύμετρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω