🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ασφυρηλάτητος
ασφυρηλάτητ|ος
1)
некованый
(о металле);
2) перен.
не закалённый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
некованый
? —
ασφυρηλάτητος
как на
(ново)греческом
будет слово
не закалённый
? —
ασφυρηλάτητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ασφυρηλάτητος
? — некованый, не закалённый
#
(ново)греческий словарь
—
θρούς
—
ελευθέρωμα
—
κοντομάχαιρο
—
πολυκοσμία
—
ακροθαλασσίτης
—
σωστό
—
εξολίσθηση
—
μικροβιοκτόνος
—
αγγονός
—
γλωσσογραφία
—
τροχόδρομος
—
κουλτουριάρης
—
πυρηνελαιουργείο
—
καθαρτικός
—
σωτήρας
—
διαμήκης
—
κελέκι
—
ενθάπτω
—
δικαιόφρων
—
αλογίσιος
—
ισομεγέθης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω