🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σαββατιανό
σαββατιανό
το
савватьяно
(один из сортов винограда)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
савватьяно
? —
σαββατιανό
как с
(ново)греческого
переводится слово
σαββατιανό
? — савватьяно
#
(ново)греческий словарь
—
κόμισσα
—
δουλοπάροικος
—
τετροποδισμός
—
υπένδυσις
—
γυναικίτσα
—
στραβά
—
υπνοθεραπεία
—
τσοκολάτα
—
ετερόκαρπος
—
πεντάχρονος
—
ανάφεγγος
—
συντεχνία
—
υπεραιμία
—
πυργίτης
—
διαφράττω
—
χημιφωταύγεια
—
εκατονταετία
—
παλάβρα
—
κοστολόγιο
—
αρατίζομαι
—
αντικείμενο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω