🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποβάπτω
αποβάπτω
(αόρ. απέβαψα) 1)
обесцвечивать
;
2)
выкрасить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обесцвечивать
? —
αποβάπτω
как на
(ново)греческом
будет слово
выкрасить
? —
αποβάπτω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποβάπτω
? — обесцвечивать, выкрасить
#
(ново)греческий словарь
—
πληθώρα
—
όπτηση
—
άσκιστος
—
σφίγξ
—
αρχαιολατρία
—
εθνογράφος
—
αξιολάτρευτος
—
συκοπερίβολο
—
διάμεστος
—
γρεναδιέρος
—
μπριζόλα
—
εγκληματολόγος
—
απονίπτομαι
—
εισόρμηση
—
τιμολογιακός
—
ενυπόθηκος
—
γκέγκης
—
ιμπρεσάριος
—
χονδρίνη
—
αρά
—
εκβιάστρια
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω