🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λεμονοπορτοκαλιά
λεμονοπορτοκαλιά
η
грейпфрут
(дерево)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
грейпфрут
? —
λεμονοπορτοκαλιά
как с
(ново)греческого
переводится слово
λεμονοπορτοκαλιά
? — грейпфрут
#
(ново)греческий словарь
—
επίκεντρο
—
ξεφούρνισμα
—
ξυλάγγουρο
—
λαβυρινθίτις
—
γραπτός
—
σύριος
—
γαμίκος
—
γυναικόκοσμος
—
αγριοότανο
—
αρωματοποιείο
—
κρητικιός
—
χωριάτα
—
αφωνία
—
αναδετός
—
βουλγάρικα
—
αρρενοφυής
—
ενετικός
—
παραστατική
—
κωλοπαιδαράς
—
αναθεματούρι
—
μαυροντυμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω