🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλεξητήριος
αλεξητήρι|ος
предохранительный
;
~ιον φάρμακον — противоядие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
предохранительный
? —
αλεξητήριος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλεξητήριος
? — предохранительный
#
(ново)греческий словарь
—
ζωμοδόχος
—
γιαχνί
—
αδροσος
—
διαστοιβάζω
—
καρρολόγος
—
ελαιόλαδο
—
σεληνόφωτος
—
διεξερευνώ
—
ορυκτός
—
σερνάμενος
—
φωτοσκιάζω
—
σέλωμα
—
κάποιος
—
φουρκέττα
—
χαλκοπώλης
—
εξορκισμένος
—
λιθολογία
—
έκλευκος
—
ανελίσσω
—
κυβιστικός
—
ηλέκτριση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω