🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνθλαστήρας
συνθλαστήρας
(-ήρος) ο
дробилка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
дробилка
? —
συνθλαστήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνθλαστήρας
? — дробилка
#
(ново)греческий словарь
—
κακοχώνευτος
—
γεωδαισία
—
κωλάρα
—
σκίρτησις
—
αγοραστός
—
αυλακιά
—
γενναίος
—
μονογραφή
—
ωοειδής
—
κατηχητής
—
ανασκιρτώ
—
υδροπλάνο
—
απολεπισμένος
—
φθείριος
—
βιοτεχνία
—
υετώδης
—
διακουστική
—
αγκρίνιαστα
—
μειώνομαι
—
εξευρωπαΐζω
—
χαβάνι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω