🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βρώμιο
βρώμιο
το хим.
бром
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бром
? —
βρώμιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
βρώμιο
? — бром
#
(ново)греческий словарь
—
νταμαρήσιος
—
πατρωνυμικός
—
μαυρολάχανο
—
φτεροκόπημα
—
χλώρωση
—
αλατοθήκη
—
ανωδομία
—
συνομήλικος
—
απελέκητος
—
ποταμοπλοΐα
—
τηλεβολοστάσιο
—
χαλκόδετος
—
τσελίκι
—
δερματοπωλείο
—
διορύσσω
—
σαγηνευτικά
—
κανταρτζής
—
μπελτές
—
ανεμώδης
—
αναστρεπτήρας
—
γαλειουρίζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω