🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μάτ
μάτ
II τό шахм.
мат
;
κάνω ~ — объявлять мат
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мат
? —
μάτ
как с
(ново)греческого
переводится слово
μάτ
? — мат
#
(ново)греческий словарь
—
μπακανιάζω
—
εγγυήτρια
—
ελλόγιμος
—
κόμισσα
—
θεοποιητικός
—
βέλο
—
ατροφώ
—
καλοκάμωτος
—
άπτυστος
—
αγγοοροσαλάτα
—
μώμος
—
αμυδρός
—
παρανοώ
—
φαγί
—
κιτρινοπούλι
—
αστροβολίδα
—
γκριζωπός
—
χρηματίζω
—
ευφυολογία
—
κρέπ
—
ανασυστήνω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω