🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αλληλοεπηρεαζόμενος
αλληλοεπηρεαζόμενος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αλληλοεπηρεαζόμενος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
γλωσσογραφία
—
όρεξη
—
ξεκόβω
—
ελλειπής
—
Κιργίσος
—
άνωρα
—
διεστώς
—
βρεγματικό
—
ατσίτωτος
—
ντελικάτος
—
χοντροκαύκαλος
—
αξετίμητος
—
επαγγελματικός
—
ζερδαλί
—
απλοτοπιά
—
σελιδοποίηση
—
μουχρώνει
—
επιπολή
—
αλάνθαστο
—
μηνιγγίτιδα
—
ατύφλωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω