🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εξιλεώνομαι
εξιλεώνομαι
искупать (свою) вину
;
αδύνατον νά ~ωθώ απέναντι του — [phrase]я не смогу искупить свою вину перед ним[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
искупать вину
? —
εξιλεώνομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
εξιλεώνομαι
? — искупать вину
#
(ново)греческий словарь
—
λευκόθριξ
—
κατεργάρισσα
—
υποκάτω
—
αλατωρύχος
—
λάθος
—
απαλλαγμένος
—
παρωρίτης
—
οπάλι
—
κάκια
—
κοκέτης
—
μπάντζο
—
τσιπουράκι
—
Ατσιγγάνα
—
οκαρίνα
—
καταδικαστέος
—
ασυνάφεια
—
αδιάφθορο
—
τάφος
—
τάνυση
—
θεριό
—
ξομολογητής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω