🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλεψιμαίκος
κλεψιμαίκ|ος
краденый, ворованный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
краденый
? —
κλεψιμαίκος
как на
(ново)греческом
будет слово
ворованный
? —
κλεψιμαίκος
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλεψιμαίκος
? — краденый, ворованный
#
(ново)греческий словарь
—
συσπουδαστής
—
ροώδης
—
βουλκανισμένος
—
αυτοκαλούμενος
—
ψιμμυθιωμένος
—
ογδοηκονταετηρίδα
—
ζερδαβάς
—
οξύγαλα
—
υστερινός
—
διαγρυπνώ
—
άγαλος
—
αγηροκόμητος
—
αναγριώνω
—
φαρμακοποιός
—
αμπάδικος
—
επανερχόμενος
—
νάνος
—
αχωνεψιά
—
επιστεγάζω
—
κακογράφος
—
χιουμοριστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω