🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ευκατέργαστος
ευκατέργαστ|ος
легко поддающийся обработке
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
легко поддающийся обработке
? —
ευκατέργαστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ευκατέργαστος
? — легко поддающийся обработке
#
(ново)греческий словарь
—
προσκοπικά
—
συνοικιακός
—
λαντουριστήρι
—
δελεαστικότητα
—
αποξήλωμα
—
αναποδιά
—
παραδεισιακός
—
ορφανικός
—
αναβίωμα
—
ακριμάτιστος
—
γύρισμα
—
πολιτιστικός
—
αντιμωλία
—
έντονος
—
διάνα
—
γονιός
—
ξυλική
—
μανίκι
—
γραπωμένος
—
ειδικότητα
—
πατήρ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω