🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θεοποιούμαι
θεοποιούμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
θεοποιούμαι
? —
#
(ново)греческий словарь
—
σκουντούφλημα
—
πλαγκτόν
—
υπερψύχω
—
εξετάσιμος
—
αιμοσκοπικός
—
άπειρος
—
μείγμα
—
αποστειρώνω
—
ελαθον
—
άνετος
—
εθνικότητα
—
πληροφορία
—
χρονοτριβή
—
αρίδα
—
πολύφωτο
—
εγγονάκι
—
λεμφαγγείο
—
αχειραφέτητος
—
αναβόηση
—
αναδεξιμιός
—
ἧσσον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω