🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εντεταλμένος
εντεταλμέν|ος
уполномоченный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
уполномоченный
? —
εντεταλμένος
как с
(ново)греческого
переводится слово
εντεταλμένος
? — уполномоченный
#
(ново)греческий словарь
—
αγγελτήριο
—
αστροφωτόμετρο
—
χολολιθίαση
—
ασυντάραχτος
—
αλάργεμα
—
καμπύλη
—
καταναλωτής
—
καταχεριάζω
—
πεντάλιρο
—
αβλόγητος
—
ραδιογωνιόμετρο
—
ξαλαφρώνω
—
αμφιθάλασσος
—
κράτος
—
νόστιμα
—
μεσουρανίζω
—
ετερομήκης
—
φυσούνι
—
αποτυπώνω
—
αναρίγημα
—
ερωτόληπτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω