🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αναστάσιμος
αναστάσιμος
пасхальный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пасхальный
? —
αναστάσιμος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αναστάσιμος
? — пасхальный
#
(ново)греческий словарь
—
αλί
—
φουστανάκι
—
αναλάμπω
—
πυτιάζω
—
καρνάβαλος
—
νερουλιαστός
—
ραντιστικός
—
ελληνότροπος
—
υπηρέτης
—
σαυροειδή
—
καταδρομείς
—
φθορισμός
—
υπεροσμία
—
αποπότι
—
ανθελονοσιακά
—
νεκροφιλία
—
γλυκόπνοος
—
αναίματος
—
ανευρέθην
—
άναγκαιος
—
απειρία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω