🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εγρετής
εγρετ|ής
1)
отделимый
;
2)
переносный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
отделимый
? —
εγρετής
как на
(ново)греческом
будет слово
переносный
? —
εγρετής
как с
(ново)греческого
переводится слово
εγρετής
? — отделимый, переносный
#
(ново)греческий словарь
—
κεντρικά
—
κακκαδιάζω
—
αμφοτερίζω
—
παραλληλίζω
—
προτίθεμαι
—
όφκαιρος
—
μελιχρότητα
—
σηκωτός
—
δουλοπρεπώς
—
ομομήτριος
—
σιόρ
—
γλύκωση
—
μεσακός
—
δηλωμένος
—
σαπουνάς
—
αφούρκιστος
—
τεσσερσήμισι
—
στολοδρομία
—
κοντολογία
—
εγκλιματίζω
—
υποβρυχίως
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω