🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
λουτρολόγος
λουτρολόγ|ος
ο, η
бальнеолог; курортолог
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
бальнеолог
? —
λουτρολόγος
как на
(ново)греческом
будет слово
курортолог
? —
λουτρολόγος
как с
(ново)греческого
переводится слово
λουτρολόγος
? — бальнеолог, курортолог
#
(ново)греческий словарь
—
επίκριση
—
εντόκως
—
ελευθεροπλοία
—
ενσταντανέ
—
ευκατάστατος
—
ζωτικότητα
—
υδρορροή
—
δρακοντιά
—
κόραξ
—
δασύπτιλος
—
φωνάζω
—
αισθησιακός
—
τετραγωνίζω
—
πολυθεϊσμός
—
απανωταριά
—
αποδοτέος
—
ακαροειδής
—
βιρανές
—
Αρβανίτης
—
προκομμένος
—
βουλγάρική
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω