🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρωταθλήτρια
πρωταθλήτρια
η
рекордсменка; чемпионка
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рекордсменка
? —
πρωταθλήτρια
как на
(ново)греческом
будет слово
чемпионка
? —
πρωταθλήτρια
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωταθλήτρια
? — рекордсменка, чемпионка
#
(ново)греческий словарь
—
πόσος
—
δικαιούχος
—
αριστερό
—
πολιτική
—
εκκρεμής
—
θρυλούται
—
υδατοποσία
—
ραντιέρικος
—
λιόκριση
—
λήγων
—
σκύψιμο
—
αναδειγμένος
—
βενθοπελαγικός
—
παίξιμο
—
ακροθάλασσο
—
ψιμμύθιο
—
εναγής
—
κοινώς
—
βαλανίδι
—
πεφυσιωμένος
—
εκπιέζω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω