🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δυσήκοος
δυσήκο|ος
1)
тугоухий
;
2)
непослушный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тугоухий
? —
δυσήκοος
как на
(ново)греческом
будет слово
непослушный
? —
δυσήκοος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δυσήκοος
? — тугоухий, непослушный
#
(ново)греческий словарь
—
αδυνατώ
—
πυρόλυση
—
φουντωμένος
—
ξάφνιασμα
—
λαϊκίζω
—
χειρουργώ
—
αυγούλι
—
φελλάχος
—
πολυβολαρχία
—
παρενέβην
—
ακατάσχετα
—
μεταρρυθμιστικός
—
δικαιολόγημα
—
επίζωον
—
κουμαρτζής
—
ζυγοστάθμησις
—
ελαιοχρωμία
—
χριστεπώνυμος
—
αγριοκερασιά
—
μακρομικρόμετρο
—
αναγνώνομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω