🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μισθοφόρος
μισθοφόρ|ος
ο
наёмный солдат, наёмник
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
наёмный солдат
? —
μισθοφόρος
как на
(ново)греческом
будет слово
наёмник
? —
μισθοφόρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μισθοφόρος
? — наёмный солдат, наёмник
#
(ново)греческий словарь
—
αεικινησία
—
άσφαλτος
—
δουλοπρέπεια
—
νηκτικός
—
προσφορά
—
συγχωνεύω
—
γαρλαύτης
—
ξακρίδι
—
λιβόνοτος
—
ατιμαστικός
—
παραβγαίνω
—
λαγοπροβιά
—
πικέττο
—
κληρονομικός
—
εισβαίνω
—
αδιακοίνωτος
—
εξωτικιά
—
εδώθενες
—
τσοντάρισμα
—
αναποφλοίωτος
—
διέτεμον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω