🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποικοιμισμένος
αποικοιμισμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποικοιμισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μπαμπακερός
—
ονυχοφυία
—
καμένος
—
δειλινός
—
ξανθούλης
—
γλυκαίνομαι
—
παγγερμανισμός
—
εκπληκτικός
—
ατμαντλία
—
σκουληκοφάγωμα
—
παλαιοντολογία
—
αραχνόφαντος
—
γλεντοκόπι
—
αποβληθείς
—
ανεχόρταγος
—
κοπάνισμα
—
συνωμοτισμός
—
οφθαλμοφανώς
—
νεροκουβαλητής
—
εορτινός
—
αγορανόμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω