🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ράψιμο
ράψιμο
(-ατός) τό
шитьё; зашивание
;
βελόνη (μηχανή) τού ραψίματος — швейная игла (машина)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шитьё
? —
ράψιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
зашивание
? —
ράψιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
ράψιμο
? — шитьё, зашивание
#
(ново)греческий словарь
—
σκάκκι
—
συρματοποίηση
—
ανθοπονομεύω
—
κοκκινιστός
—
γυμνοσάλιαγκας
—
αγκωνιαστά
—
χαρίεις
—
ωογένεση
—
αρνόκουρα
—
εκδημοκρατισμός
—
αμνάδα
—
αγοθόπιστος
—
γλοιόδερμος
—
αδερφικός
—
ανθρακαποθήκη
—
φιλοφρόνηση
—
δραστήρια
—
λουστράρισμα
—
λουλακάτος
—
αλατοποιώ
—
απορροή
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω