🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κυματόμετρο
κυματόμετρο
мор.
волномер
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
волномер
? —
κυματόμετρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κυματόμετρο
? — волномер
#
(ново)греческий словарь
—
γιουβετσάκι
—
χεράκι
—
βίωμα
—
περατώνω
—
ελαιεμπόριον
—
βαναυσουργω
—
γραφείο
—
επαναπαύομαι
—
μεγαλόσταυρος
—
οροστεγής
—
ελλιπές
—
ξεβούλωμα
—
ημιαξόνιο
—
οκτάδα
—
ακαρίκωτος
—
ανθρακοποίηση
—
αρχέγονος
—
λιθομύλη
—
ντιστεγκές
—
μπλου
—
προμήνυμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω