🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ολιγόπιστος
ολιγόπιστ|ος
недоверчивый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
недоверчивый
? —
ολιγόπιστος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ολιγόπιστος
? — недоверчивый
#
(ново)греческий словарь
—
κυφούμαι
—
ρυπαρογραφία
—
τσακωμός
—
εμπρηστής
—
αγριοότανο
—
κάμωμα
—
στρατοδίκης
—
τελικός
—
παραμυθάκι
—
ψυχοπονιάρικος
—
εξωταξικός
—
συνδιαλέγομαι
—
επιγάστριον
—
αποδοκιμασία
—
βιάσιμο
—
σκευαγωγία
—
πορνόγερος
—
καλαμένιος
—
καθορισμένος
—
συμβολικά
—
γύρωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω