🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
χαριτολογώ
χαριτολογώ
шутить; острить
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
шутить
? —
χαριτολογώ
как на
(ново)греческом
будет слово
острить
? —
χαριτολογώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
χαριτολογώ
? — шутить, острить
#
(ново)греческий словарь
—
νεόχτιστος
—
δυσπραγώ
—
ιαματικός
—
κυνοκέφαλος
—
ενδώσμωσις
—
πολεμίστρα
—
σεισμοπαθής
—
διαβόλισσα
—
αλγεβριστής
—
μυριάκις
—
επαλλάσσω
—
χανιάτικα
—
σταχτοπούτα
—
μακρολογώ
—
τράχωμα
—
ραδιολογικός
—
πέδικλο
—
καφετζής
—
έλκυθρο
—
κέρασος
—
ελικώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω