🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
συνταξιοδοτικός
συνταξιοδοτικός
пенсионный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
συνταξιοδοτικός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
αρτιμαθής
—
ολόφρεσκος
—
λάσπη
—
αιθέριος
—
χεροκρατιούμαι
—
βακχεύτρια
—
καγκελλόπορτα
—
ξεφουρνίζω
—
αχιβάδα
—
ηπατορραγία
—
πρωτοκόλληση
—
μονόφωνος
—
πιλατεύω
—
χαρτοπαίχτρα
—
σεντόνι
—
αλλαντίοσις
—
εφόδια
—
πυελονεφρίτιδα
—
σφάλαγγος
—
ιστορισμός
—
ακόρντο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω