🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σφαλιχτός
σφαλιχτός
закрытый; запертый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
закрытый
? —
σφαλιχτός
как на
(ново)греческом
будет слово
запертый
? —
σφαλιχτός
как с
(ново)греческого
переводится слово
σφαλιχτός
? — закрытый, запертый
#
(ново)греческий словарь
—
μουλτεζίμης
—
συμμετρία
—
ρυγχοφόρος
—
χαλκάνθη
—
γρανιτόστρωση
—
τρυποφράχτης
—
ασκολσούν
—
αναφλέκτης
—
λαστιχένιος
—
υποπλασία
—
ρυμοτομία
—
πορθητής
—
τοίχος
—
διαμετακομίζω
—
στοιχειοχυτήριο
—
διευκρίνηση
—
τρελλαίνω
—
γριλλώνω
—
καβάλος
—
ευδαιμονιστής
—
ξεσκάφτω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω