🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σφουγγάρισμα
σφουγγάρισμα
το
мытьё полов
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мытьё полов
? —
σφουγγάρισμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
σφουγγάρισμα
? — мытьё полов
#
(ново)греческий словарь
—
κεδρών
—
αργυρολόγος
—
πατριώτισσα
—
σχάσιμος
—
αχυροκόπος
—
απεργία
—
απροσδόκητος
—
κουνιάδα
—
μωροφιλόδοξος
—
ανεπαισθήτως
—
πανδημεί
—
υπάνθρωπος
—
κοινοπραξία
—
αυτοκινητοδρόμιον
—
κουβούκλιο
—
αγερωχία
—
εκτοπισμός
—
καραβοτσακισμένος
—
πλευροπνευμονία
—
καταπόνηση
—
περάτωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω