🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπήχθην
υπήχθην
παθ. αόρ. от υπάγω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπήχθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
νεροπρίονο
—
εκτυπωτικός
—
αστόμωτος
—
ανάψηνος
—
αναλογισμός
—
κοραλλιοθήρας
—
ψαίνομαι
—
δευτερολεπτοδείκτης
—
καυτηρίαση
—
ξάφνιασμα
—
απόζυμο
—
κοκκίαση
—
γλινιάς
—
μπεκατσίνι
—
ερινασμός
—
νευροψυχολογία
—
τολμώμαι
—
παρεκβατικός
—
σουρτούκω
—
ρητίνωση
—
αναιδής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω