🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ανταλλακτικός
ανταλλακτικός
меновой
;
~ό εμπόριο — товарообмен; меновая торговля
;
~ή αξία — меновая стоимость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
меновой
? —
ανταλλακτικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
ανταλλακτικός
? — меновой
#
(ново)греческий словарь
—
αμελετησιά
—
κτένιον
—
αγρονομείο
—
στουπωτός
—
αποστρέφομαι
—
τροχασμός
—
τραγικό
—
αποδότης
—
επίμεπτος
—
πλατυρρημοσύνη
—
γυναικιστικα
—
εγκαταλειμμένος
—
ακορφολόγητος
—
σαποονόφουσκα
—
ξεζώνω
—
ραμί
—
κήδομαι
—
μονότομο
—
παίζομαι
—
πτύω
—
σκαλιέρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω