🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υφηγητής
υφηγητ|ής
ο
доцент
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
доцент
? —
υφηγητής
как с
(ново)греческого
переводится слово
υφηγητής
? — доцент
#
(ново)греческий словарь
—
διήγηση
—
λιθομύλη
—
προσόψι
—
δοκιμιογράφος
—
λαγκεύομαι
—
ξενογλωσσία
—
καφεμπρίκι
—
κακοήθεια
—
ανεπίπληκτος
—
ανεξαρτησία
—
εγνωσμένος
—
καλύτερα
—
λυσσικός
—
αστήρ
—
συγγένισσα
—
εφαρμοστά
—
αεροναυτιλία
—
ακαρπία
—
σύνταξη
—
παραδαρμένος
—
γκαρδιακός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω