🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οργανογενής
οργανογεν|ής
геол. (из веществ)
органического происхождения
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
органического происхождения
? —
οργανογενής
как с
(ново)греческого
переводится слово
οργανογενής
? — органического происхождения
#
(ново)греческий словарь
—
στερεοτυπία
—
βαριετέ
—
φρουσκάλα
—
μάλλινος
—
εκμεταλλευτικός
—
επίταξη
—
καπνοσύριγγα
—
αγωνιώδης
—
κωδικός
—
κεντροδεξιός
—
εξερχόμενα
—
Πελοπόννησος
—
διακοσμήτρια
—
δωδεκαήμερον
—
μοριόγραμμον
—
αναλειωτός
—
ξαναφορμάρω
—
μαύρο
—
αυτοδυσφημισμός
—
υπομηχανικός
—
τσιγγέλι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω