🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πακτώνω
πακτώνω
арендовать
(чаще землю)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
арендовать
? —
πακτώνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
πακτώνω
? — арендовать
#
(ново)греческий словарь
—
τοξικολογικός
—
επιλησμοσύνη
—
ορατότητα
—
αθυμία
—
κρομμυδόφλουδα
—
επισκότιση
—
καταδικασμένος
—
εμπόρευμα
—
κυνοραίστης
—
ταχυσφυγμία
—
αράζω
—
εξώνησις
—
απόκορμο
—
τεμάχιο
—
βραγχιοφόρος
—
ατρύπητος
—
απολυμαντήρας
—
φατνοοδοντικός
—
χρεωστικός
—
σγάρα
—
κλαίγομαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω