🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
κλεφτοφάναρο
κλεφτοφάναρο
το
карманный фонарь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
карманный фонарь
? —
κλεφτοφάναρο
как с
(ново)греческого
переводится слово
κλεφτοφάναρο
? — карманный фонарь
#
(ново)греческий словарь
—
τρελόχαρτο
—
ένσταση
—
επικτηνίατρος
—
διαστρεβλωτής
—
αναπήδηση
—
επανορθώτρια
—
παιδαγωγικός
—
καφεμαντεία
—
εκκωφαντικός
—
πιναρός
—
αντίσταση
—
γονυκλυσία
—
ιχθυώδης
—
ψώρα
—
αμπελουργικά
—
υψηλόβαθμος
—
εξαδικός
—
δασοκόμος
—
αρκετά
—
σιτοβολώνας
—
μονοκοντυλιά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω