🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επιψευδαργύρωση
επιψευδαργύρωση
η
оцинковка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оцинковка
? —
επιψευδαργύρωση
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιψευδαργύρωση
? — оцинковка
#
(ново)греческий словарь
—
ψυχεδελικός
—
πουδρίτσα
—
κουμούνι
—
ασημικά
—
αριστεροκρατούμαι
—
απροβίβαστος
—
χρηματολογώ
—
πισσάνθραξ
—
λαμπεράδα
—
αμυγδαλίτιδα
—
κατουρολάγηνο
—
ονοματίζω
—
πλευστότητα
—
θειαφώνω
—
κεράμειος
—
βραδιαζομαι
—
αδιαφέντευτος
—
αχταρμάς
—
αδιάθερμος
—
ενωμόταρχος
—
αργορόλευκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω