🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρωτόνιο
πρωτόνιο
το физ.
протон
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
протон
? —
πρωτόνιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρωτόνιο
? — протон
#
(ново)греческий словарь
—
σκελετώδης
—
άφραχτος
—
αφότου
—
γυφτάκος
—
σκιόφοβος
—
περίβλεπτος
—
δείπνος
—
αστυνομεύω
—
θεραπεύω
—
ανυποληψία
—
λυπομανία
—
καρδιαλγής
—
ωρολογοποιείο
—
φετιχικός
—
εμπιστευτικός
—
μοτίβο
—
κατοχή
—
κένωση
—
απογοητεύομαι
—
ζουλίζω
—
άφκιαγος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω