🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πυροδιάσπαση
πυροδιάσπαση
η хим.
пиролиз
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пиролиз
? —
πυροδιάσπαση
как с
(ново)греческого
переводится слово
πυροδιάσπαση
? — пиролиз
#
(ново)греческий словарь
—
ψυχοβιολογικός
—
δρομομέτρηση
—
πεδούκλι
—
λεπτοτέχνημα
—
μελισσοτροφείο
—
ζευγάριασμα
—
λίξης
—
συνδαυλίζω
—
ριζοβελονιά
—
τράπεζα
—
αυτοκτονών
—
υποκείμενος
—
καλαμωτός
—
δεντροκαλλιέργεια
—
σιτευτός
—
ενδοσπέρμιο
—
πραξικοπημοτικός
—
γουφάρι
—
αναψυκτικός
—
καμπάνισμα
—
παναμαϊκός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω