🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εναιωρούμαι
εναιωρούμαι
плавать
(о лёгких предметах, крошках и т. п.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
плавать
? —
εναιωρούμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
εναιωρούμαι
? — плавать
#
(ново)греческий словарь
—
αλληλούια
—
νεκρός
—
ζωγραφικά
—
αντιπολιομυελιτικός
—
καμωματού
—
αστροναύτης
—
σιδηροθλάστης
—
ξεμουχλιάζω
—
ωμόπλινθος
—
φιλοστοργία
—
στυφότητα
—
ενδεκάγωνος
—
ομογνωμονώ
—
αναφορικός
—
ανορθόγραφος
—
απάλα
—
γλυκοτραγουδώ
—
σαλονίτικος
—
αποικιοκράτης
—
ανυπόβλητος
—
μαχαλάς
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω